Θρύλοι της Κρήτης: Ο κύκλος στο σταυροδρόμι

stavrodromi

Η Κρήτη φημίζεται για την ιστορία της αλλά και για τους θρύλους της. Τις περίεργες εκείνες διηγήσεις μυθικού χαρακτήρα, που διαδίδονται από γενιά σε γενιά, και απλώνουν ένα μανδύα μυστηρίου και μαγείας σε γεγονότα και φαινόμενα που δύσκολα μπορεί ο λαός να εξηγήσει και έχει ανάγκη να τα εξυψώσει στη σφαίρα του μυθικού.

Σε ένα τέτοιο θρύλο, είναι αφιερωμένες οι επόμενες σελίδες. Στον «κύκλο στο σταυροδρόμι», που περιγράφει τη μαγική διαδικασία, με την οποία οι λυράρηδες μάθαιναν να παίζουν, με περισσή τέχνη, το αντιπροσωπευτικότερο ίσως όργανο της Κρήτης….

   Σύμφωνα λοιπόν με τον θρύλο αυτό, όποιος θέλει να μάθει να παίζει καλά τη λύρα πηγαίνει κατά τα μεσάνυχτα σ’ ένα έρημο σταυροδρόμι και εκεί χαράζει κάτω στη γη, μ’ ένα μαυρομάνικο μαχαίρι, ένα γύρο (=κύκλο). Μέσα εκεί κάθεται και παίζει.
Σε λίγο έρχονται από παντού νεράιδες και τον περιτριγυρίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι καλός, γιατί θέλουν να τον πατάξουν. Μα αφού δεν μπορούν να μπουν στο γύρο, προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον ξεπλανέψουν και να τον τραβήξουν έξω. Και του λένε γλυκά λόγια και όμορφα τραγούδια και του κάνουν χίλια δυο τσακίσματα. Μα εκείνος, αν είναι φρόνιμος, κάνει πέτρα την καρδιά και εξακολουθεί να παίζει ατάραχος τη λύρα.
«Μα δεν την ξέρεις» του λένε, σαν δουν πως πάνε τα πλανέματά τους χαμένα. «Τί την παίζεις και χάνεις χρόνο;»
«Έτσι την έμαθα, έτσι την παίζω» αποκρίνεται ο λυράρης, «Τι σας νοιάζει»
«Μπά, τίποτα» του λένε, «μόνο αν θέλεις σε μαθαίνουμε να παίζεις λύρα, λύρα που να χορεύουνε και οι πέτρες.» Και τον παρακαλούν να βγει από τον γύρο.
Εκείνος δεν τις ακούει. Ύστερα από πολλά του ζητούν μόνο τη λύρα. Ο λυράρης τη δίνει , μόνο φυλάγεται να μην βγάλει έξω από το γύρο το χέρι του ή άλλο μέρος από το σώμα του, γιατί κόβεται ή τρελαίνεται.

Παίρνει τότε μια νεράιδα τη λύρα, την παίζει λίγες στιγμές, με πολλή τέχνη, και του τη δίνει πίσω πάλι, με δυσαρέσκεια, λέγοντας: «Πάρε την. Εσύ δεν μας πιστεύεις να βγεις έξω και εμείς θα σου μάθουμε;»

Ο λυράρης, όμως, τίποτα, δεν ακούει, και αρχίζει πάλι να παίζει τη λύρα του άτεχνα. Οι νεράιδες που θέλουν να τον βλάψουν, κάνουν πολλές φορές το ίδιο για να ξεγελαστεί κάποια στιγμή και να βγάλει παραέξω το χέρι του.
Στο τέλος, όταν κράξει ο πετεινός, για να μην τους βρει η μέρα, του ζητούν να τους δώσει ένα, ό,τι να ’ναι, προκειμένου να τον μάθουν.
Και εκείνος βγάζει την άκρη από το μικρό του δάχτυλο και αυτές το κόβουν αμέσως. Όμως δεν τον γελούν. Σε λίγο, τον μαθαίνουν να παίζει σαν αυτές και ύστερα χάνονται.
Γι’ αυτό, ένας καλός λυράρης, άμα τον παινούν πως έχει καλές κοντυλιές, λέει καμιά φορά: «Αμ, είντα θαρρείτε; Εγώ την λύρα την έμαθα στο σταυροδρόμι.»
Από τις νεράιδες, σύμφωνα με τον παραπάνω θρύλο της Κρήτης, τον «κύκλο στο σταυροδρόμι» μάθαιναν οι καλοί λυράρηδες την τέχνη της λύρας, γεγονός που επιβεβαιώνει την ευρύτατα διαδεδομένη πίστη των ανθρώπων σε θεούς δασκάλους και πατέρες ή προστάτες των τεχνών.
Στο πλαίσιο της πίστης αυτής, τοποθετείται και η αντίληψη για τη θεϊκή καταγωγή της μουσικής. Η πρώτη λύρα λέγεται ότι φτιάχτηκε από τον Ερμή, από καύκαλο χελώνας, δέρμα βοδιού και έντερα αρνιού, την οποία χάρισε στον Απόλλωνα και αυτός με τη σειρά του στο γιο του Ορφέα που μάγευε τη φύση, τα ζώα και τα φυτά με τη μουσική του.

Κάποιες φορές, τις όμορφες νεράιδες αντικαθιστούν φοβεροί και τρομεροί δαίμονες, οι οποίοι αναλαμβάνουν το έργο της εκπαίδευσης του λυράρη. Στην αρχή χορεύουν όλοι μαζί γύρω του και στο τέλος τον πλησιάζουν και του πιάνουν την κουβέντα. Εκείνος όμως δεν πρέπει να βγάλει άχνα γιατί αν μιλήσει θα του πάρουν τη μιλιά και θα βουβαθεί. Οι δαίμονες ευχαριστιούνται από την εξυπηρέτηση που αυτός τους κάνει , συνοδεύοντας με λύρα το χορό τους και θέλουν να του ανταποδώσουν τη χάρη. Έτσι, πλησιάζει ο αρχηγός, παίρνει τη λύρα από τα χέρια του, την κουρντίζει και την επιστρέφει. Από τη στιγμή αυτή, ο οργανοπαίχτης γίνεται άσσος της λύρας, τόσο, που θα’ λεγε κανείς ότι μόνα τους παίζουν τα δάχτυλά του.

Κύκλο με μαυρομάνικο μαχαίρι θα χαράξω

κι ένα σταυρό καταμεσίς χάμαι στης γης θα γράψω.

Να κάτσω πάνω στο σταυρό να μη ξαναταράξω

και ξαργουτού τη λύρα μου ανάποδα θα πιάσω.

Να ‘ρθουν οι βελζεβούληδες, χίλιοι καλικατζάροι

κι ο κάθα εις να πολεμά τη λύρα να μου πάρει.

Να με ρωτού, να μη μιλώ μηδ’ άχνα να μη βγάνω,

να λένε, να μου τάσσουνε, το κουζουλό να κάνω.

Στην υστεργιά, ένας κουτσός, γέρου διαόλου κάρτσα

θα μπαϊλτίσει να γροικά τση λύρας μου τα φάλτσα.

Κι οσάν τον όφι θα χυθεί τη λύρα να μ’αρπάξει

σ’ ένα χαράκι θ’ ανεβεί αντικρυτά να κάτσει.

Ν’ αρχίσει ο γέρο δαίμονας απόσιγα να παίζει,

να βγάνει η λύρα κοντυλιές ωσά ντο πετιμέζι.

Να ξεσταθού τ’ αερικά και το διαολομάνι,

να στέσου μέγα πατιρντί και γλέντι μάνι-μάνι.

Και γω θα κάθομαι άπραγος μα και τρουλαφχιασμένος

να δω και ν’ αφουκράζομαι πως παίζει ο ξορκισμένος.

Να κλέφτω τα τσακίσματα τη γλύκα του σκοπού ντου,

του δοξαριού το γύρισμα, το σείσμα του χεριού ντου.

Να μάθω χίλια μυστικά ώστε να ξημερώσει,

να φύγου τα δαιμονικά και ο τόπος να μερώσει.

Στο Ρέθυμνο και συγκεκριμένα στο χωριό Μαργαρίτες, υπάρχει μια εκδοχή πλησιέστερη της ιδέας της “συμφωνίας με το δίαβολο” προκειμένου ο υποψήφιος λυράρης να μάθει σωστά την τέχνη.

Τα πνεύματα ρωτάνε τον λυράρη πόσα χρόνια θέλει να παίζει λύρα. Σε αυτή την ερώτηση οι περισσότεροι πιάνανε τα μαλλιά τους, εννοώντας τόσα όσα και οι τρίχες του κεφαλιού τους, δηλαδή για όλη τους τη ζωή. Λέγεται όμως ότι ένας τα ‘χασε και έκανε νόημα με τα δέκα του δάκτυλα. Έτσι, ακριβώς δέκα χρόνια αργότερα, όταν αναγκάστηκε και δέχτηκε να παίξει στο γάμο της ανηψιάς του, μόλις έφτασαν τα μεσάνυχτα και χάθηκε η προθεσμία των δέκα ετών , χάθηκε από το χοροστάσι και βρέθηκε ξαπλωμένος πάνω σε ένα πηγάδι, δίπλα στο μοιραίο σταυροστράτι. Και από πάνω του οι δαίμονες του λέγανε: “Τώρα εδώ, την άλλη φορά μέσα”.

Ακόμα και ο κορυφαίος Ρεθεμνιώτης λυράρης Ανδρέας Ροδινός θρυλείται πως έμαθε τη λύρα στο σταυροδρόμι, με δασκάλους τους δαίμονες – ίσως μάλιστα με αντάλλαγμα τη νιότη του αφού πεθανε 22 χρονών.

Τη φήμη αυτή εξηγεί με κείμενό του ο γιατρός Νίκος Λυράκης:

“…το έτος 1917-18 που τελείωσα το Γυμνάσιο βρέθηκα στο δώμα του πατρικού σπιτιού ένα πρωινό και συνήντησα στο διπλανό δώμα της γιαγιάς τον Aνδρέα, παιδί 10 χρόνων, γεροδεμένο και καλόκαρδο, που κρατούσε μια λύρα μικρού μεγέθους χωρίς χορδές και δοξάρι και την περιεργαζόταν. Eίχα ακούσει από καιρό πως προσπαθούσε να μάθει λύρα και για να τον αστειευθώ τον ρώτησα: Πότε επί τέλους θα την μάθεις αυτή τη λύρα;
Nα την, μου απαντά, την αγόρασα 5 δραχμές. Eγώ, Nίκο, συνεχίζει, θα την μάθω τη λύρα. Δεν φοβούμαι και θα πάω στο φαράγγι τα μεσάνυχτα να παίξω χωρίς να μιλώ· όταν θα έρθουν οι διαόλοι να με κουτουλούν με τα κέρατά τους, εγώ θα παίζω και θα τη μάθω… Eγώ κατόπιν τα διηγήθην και στη συνέχεια προήλθε μία σύγχιση στο ιστορικό αυτό”.

Μπορεί οι νεράιδες και τα άλλα δαιμόνια να έχουν τη θέληση να μαθαίνουν τους ανθρώπους καλή λύρα, όμως όταν κάποιος λυράρης ξέρει ήδη να παίζει πολύ καλά αυτό το όργανο, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί μαζί τους… Αυτό ακριβώς συνέβη και με τον νεραϊδοπαρμένο λυράρη, ο οποίος ζούσε κάποτε στο οροπέδιο του Ομαλού, κοντά στο φαράγγι της Σαμαριάς. ‘Ηταν λεβέντης, διαλεχτό παλικάρι και έπαιζε λύρα που μεθούσε τις καρδιές. Κανείς δεν τον ήξερε με το όνομά του. Λυράρη τον φώναζαν και λυράρης έμεινε. Καθόταν πάνω στους βράχους, στη σκιά των δέντρων, κοντά σε νεροπηγές ή σπηλιές που βρίσκονταν τριγύρω και έπαιζε… Αυτό όμως που έβγαινε απο τη λύρα του δεν ήταν παίξιμο, ήταν ουράνια μελωδία.

Ένα καλοκαίρι τον άκουσαν μερικοί και σάστησαν. Και από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε πως ο λυράρης που όμοιός του δεν είχε γεννηθεί σε όλη την Κρήτη, παράβγαινε, στον Ομαλό, με τον αέρα και τα πουλιά στο παίξιμο. Σιγά, σιγά άρχισαν να ανεβαίνουν νέοι και γέροι για να ακούσουν τη φωνή της λύρας που ιστορούσε της καρδιάς τα βάσανα και τις ομορφιές του κόσμου.

Κάποτε ο λυράρης χάθηκε. ‘Ετσι, εντελώς ξαφνικά, χωρίς να ειδοποιήσει κανένα. Τον αναζήτησαν παντού, μήνες και χρόνια, μα δεν βρέθηκε πουθενά. Στο τέλος, το μυστηριὡδες πέπλο του θρύλου τύλιξε και αυτόν και τον ήχο της λύρας του..

Μια νύχτα, λέγεται, μια αφεγγάρη νύχτα, Οκτώβρης ήταν, Νοέμβρης, κανείς δε μπορεί να το βεβαιώσει, ο βοριάς είχε ξεπορτίσει και χιμούσε κατά το φαράγγι μουγγρίζοντας. Ο ουρανός βογκούσε απειλητικός, η βροχή έδερνε μανιασμένη τους ασφεντάμους και τα κυπαρίσσια και οι χείμαρροι κινούσανε να πνίξουνε τη γη. Εκείνη τη νύχτα, ο λυράρης βρέθηκε στην αρχή του Ομαλίτικου κάμπου και, για να μη βραχεί η λύρα του, μπήκε στο σπήλαιο του Τζανή. Αμέσως, μια ζεστασιά παράξενη τον τύλιξε. Κάτι σαν οπτασία τον συνεπήρε. Μικρές λιμνούλες με νερό υπήρχαν στη σπηλιά και μέσα από το νερό ανάβλυζαν γυναίκες πανύψηλες και λυγερές, με κορμί σαν το κρινόφυλλο και με πρόσωπ

ο σαν το ολόγιομο φεγγάρι. Τα ξανθά μαλλιά τους έπεφταν ποταμός από χρυσάφι, ίσαμε τα γόνατα και φορούσαν του κόσμου τα στολίδια. Ξαφνικά άρχισαν να χορεύουν. Μα ήταν

ένας χορός γεμάτος ομορφιά και μεγαλείο, ήταν σαν αέρας, σαν πνοή, σαν τον ατμό στον ήλιο…δεν χόρευαν, πετούσαν! Και ο λυράρης, χωρίς να ξέρει πως και γιατί, έπιασε τη λύρα και δίχως να λογαριάζει που βρισκόταν, άρχισε και έπαιζε συνοδεύοντας το χορό. Οι ώρες περνούσαν, ο χορός συνεχιζόταν και ο λυράρης, ξετρελαμένος από τις νεράιδες -γιατί νεράιδες ήταν- σαν να μην βρισκόταν στη γη, έπαιζε και έπαιζε και έπαιζε… ‘Υστερα τις ακολούθησε, παραλογισμένος, και χάθηκε μαζί τους.

Από τότε, λέει ο θρύλος, δεν ξαναφάνηκε στο φως του ήλιου. Μόνο τις αφέγγαρες νύχτες ξανάρχεται με τις νεράιδες στον Ομαλό, στο σπήλαιο του Τζανή και συνοδεύει το χορό τους. Παίζει και ξαναπαίζει με τη λύρα του λυπητερούς σκοπούς, χωρίς να κουράζεται, χωρίς να σταματά, χωρίς να παίρνει ανάσα.

Κάποτε τον άκουσε ένας νέος που είχε μεράκι με τη λύρα και ξετρελάθηκε. Αποφάσισε τότε να πάει κοντά του και να μάθει. Μιά γριά τον συμβούλεψε να κάνει ένα κύκλο μ’ ένα σταυρό στη μέση και εκεί να κάτσει για να μην τον πειράξουν τα ξωτικά. Έτσι και έκανε. Πήρε τη λύρα του και πήγε στο σπήλαιο. Κάθισε στον κύκλο με τον σταυρό και περιμένε υπομονετικά. Κάποια στιγμή, φάνηκε ο νεραϊδοπαρμένος λυράρης και άρχισε να παίζει ενώ γύρω του οι νεράιδες χόρευαν. Οι ώρες κυλούσαν και ο χορός δεν έλεγε να σταματήσει. Μοναχά σαν άρχισαν να λαλούν οι πετεινοί, χάθηκαν όλα και έμεινε ολομόναχος ο νέος. Τότε έπιασε ασυναίσθητα το δοξάρι και άρχισε να παίζει. Όμως ο ήχος που βγήκε από τη λύρα, τού μούδιασε το κορμί. Χωρίς να ξέρει πως, έπαιζε, όπως εκείνος που πριν μάγευε τις νεράιδες…τέλεια.

Όποιος, λοιπόν, κάποια νύχτα χωρίς φεγγάρι, βρεθεί στα μέρη του Ομαλού, μπορεί να σταθεί τυχερός και να ακούσει την ουράνια μελωδία του νεραϊδοπαρμένου λυράρη. Και αν μαγευτεί τόσο πολύ που θελήσει να μάθει και ο ίδιος να παίζει, με την ίδια εξαίσια τέχνη, το μυστικό είναι πλέον γνωστό.

rodinos-paint

‘Ενα σταυροδρόμι, ένα μαυρομάνικο μαχαίρι και ενας κύκλος χαραγμένος από αυτό. Και οι νεράιδες ή οι δαίμονες δεν θα αργἡοουν να φανούν…

Τα στοιχεία είναι παρμένα από το βιβλίο του Κ Ρωμαἰου, «Κοντά στις ρίζες- ‘Ερευνα στον ψυχικό κοσμο του ελληνικού λαού» και του Β. Χαρωνἰτη, «Η Κρήτη των θρύλων»

πηγή: περιοδικό στιγμές

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: